16 Ιανουαρίου 2017

Κοκόνι: ο μικρός πανέξυπνος Έλληνας.




Συγκάτοικός μας από τα αρχαία χρόνια, συνεχίζει να μας κάνει συντροφιά και μας κερδίζει με τον αξιαγάπητο χαρακτήρα του, τη χαριτωμένη εμφάνιση, το βολικό μέγεθος και την απροβλημάτιστη συμβίωση με άλλα ζώα.  



  












Η εικόνα ενός μικρόσωμου σκύλου με εμφάνιση που θυμίζει αλεπουδίτσα -με κάπως μακρύ κορμί, μακρύ τρίχωμα, γυριστή ουρά και τριγωνικό κεφάλι- είναι γνώριμη σε όλους μας. Οι περισσότεροι έχουμε έρθει πρόσφατα σε επαφή με τέτοια σκυλάκια, ενώ άλλοι τα θυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια – ίσως μάλιστα να απεικονίζονται να μας συντροφεύουν σε κάποια παλιά αναμνηστική φωτογραφία. Πολλοί έχουμε συμβιώσει μαζί τους, είτε τα καλοκαίρια στο χωριό είτε συγκατοικήσαμε κάποια στιγμή με ένα από αυτά, θεωρώντας συνήθως πως πρόκειται για ένα ημίαιμο Σπιτσάκι. Αυτό που ελάχιστοι γνωρίζουν είναι ότι πρόκειται για μια πανάρχαια ελληνική φυλή που ονομάζεται Κοκόνι.

Ο διεθνής κριτής και εκτροφέας Στέλιος Μακαρίτης ταξιδεύει πολλά χρόνια σε απομονωμένα χωριά ανά την Ελλάδα ψάχνοντας ελληνικές φυλές ζώων, είτε πρόκειται για σκύλους είτε για οικόσιτα ζώα – πρόβατα, κατσίκες, κότες. «Είχα μαζί μου ένα Κοκόνι. Θυμάμαι τους μεγάλης ηλικίας ανθρώπους που με ρωτούσαν: “Πού το βρήκες το Κοκονάκι;” Και όταν απορούσα “μα πώς το γνωρίζετε το σκυλάκι αυτό;” μου έλεγαν ότι ήταν τα σκυλιά των παιδικών τους χρόνων. Αρα υπήρχε η φυλή και διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας. Ηταν μάλιστα αρκετά διαδεδομένη, αλλά ξεχάστηκε, κάτι που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ξεχάσαμε τα πάντα στην Ελλάδα, την ιστορία, την παράδοση, τα ζώα». 

Μια πανάρχαια ελληνική φυλή

Τα Κοκόνια υπάρχουν εδώ και χιλιάδες χρόνια -ίχνη τους βρέθηκαν στα γεωλογικά στρώματα της Εποχής του Λίθου-, ενώ πολλές αναπαραστάσεις σε αγγεία, αγάλματα, ειδώλια και νομίσματα μαρτυρούν την ύπαρξή τους και την κοντινή σχέση τους με την αρχαία ελληνική οικογένεια. Κείμενα και γκραβούρες φανερώνουν την αδιάσπαστη συνέχεια στη διατήρηση της φυλής από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα σε όλο τον ελλαδικό χώρο.

Η παρουσία τους ήταν συχνή στα αρχαιοελληνικά σπίτια. Αποκαλούνταν «παρέστια», επειδή τριγυρνούσαν στα πόδια των γυναικών όσο αυτές ετοίμαζαν το φαγητό στην εστία. Οι Αθηναίες αρχόντισσες τα έπαιρναν μαζί τους στην αγορά. Στις περισσότερες απεικονίσεις παιδιών από την αρχαία εποχή -π.χ. στο Μουσείο της Βραυρώνας- τα συνόδευε το μικρόσωμο σκυλάκι τους με το αλεπουδίσιο κεφάλι.

Η φυλή διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας λόγω του μικρού μεγέθους της -δεν μπορούσαν κατά βάση να διασταυρωθούν με μεγαλόσωμα ζώα και, επιπλέον, στην ύπαιθρο δεν υπήρχαν ξένες μικρόσωμες φυλές- και της στενής σχέσης της με την οικογένεια, που πάντα τα προστάτευε. Ήταν μικρά σκυλάκια του σπιτιού και έχαιραν ιδιαίτερης μεταχείρισης, γιατί πάντα ήταν όμορφα, πολύ έξυπνα και δραστήρια.

Σήμερα τα συναντάμε σε όλη την Ελλάδα και ως τύπο, και ως όνομα, παρότι δεν υπάρχει ακόμα ευρέως οργανωμένη προσπάθεια για τη διάσωση της φυλής. Ο Στέλιος Μακαρίτης βρήκε τον ορισμό της λέξης «κοκόνι» σε ένα αρχαιοελληνικό λεξικό: «μικρός σκύλος του σπιτιού». Αλλά και οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν σήμερα τη λέξη γνωρίζουν ότι αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τύπο ζώου.

Η αναγνώριση του προτύπου από τον Κυνολογικό Όμιλο Ελλάδος (ΚΟΕ) δεν ήταν απλή υπόθεση. Χρειάστηκε πολυετής έρευνα από τον Στέλιο Μακαρίτη στα πιο απόμακρα σημεία της χώρας. «Κατόπιν μετρήσεων πάρα πολλών δειγμάτων, παρατήρησα ότι τα κοινά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει η φυλή απαντούσαν σε πληθυσμούς τους οποίους χώριζαν τεράστιες χιλιομετρικές αποστάσεις. Παρότι δεν υπήρχε σχέση μεταξύ τους, καμία επαφή από το ένα σημείο στο άλλο, τα δείγματα παρουσίαζαν μεγάλη ομοιομορφία. Είναι απόδειξη ότι η φυλή και ο τύπος κρατήθηκαν καθαρά, αφού δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υπήρχε συγγενικό αίμα σε μια τόσο μεγάλη απόσταση από το Βορρά έως το Νότο της Ελλάδας». Η αναγνώριση του προτύπου από τον ΚΟΕ σε εθνικό επίπεδο αποτελεί επιστέγασμα των κόπων του Στέλιου Μακαρίτη. Επόμενος στόχος είναι, μέσα από ένα πρόγραμμα εκτροφής και σταθεροποίησης, να έρθει και η αναγνώριση της φυλής σε διεθνή κλίμακα από τη Διεθνή Κυνολογική Ομοσπονδία (FCI), γιατί το Κοκόνι πραγματικά το αξίζει. 

Συντροφιάς, αλλά όχι αγκαλιάς

Τα στοιχεία του χαρακτήρα του που το κάνουν αξιαγάπητο είναι τα ίδια που το βοήθησαν να επιβιώσει όλους αυτούς τους αιώνες στις σκληρές συνθήκες της υπαίθρου: ευστροφία, προσαρμοστικότητα, εξυπνάδα, πονηριά, θάρρος και ικανότητα να ζει αρμονικά με ανθρώπους και άλλα ζώα. Επιπλέον, τα φυσικά χαρακτηριστικά του -ευελιξία, γρηγοράδα, ταχύτητα στις αντιδράσεις, εξαιρετική όραση και ακοή- το έκαναν πάντα εξαιρετικά χρήσιμο στην αυλή, όπου φύλαγε τα μικρά οικόσιτα ζώα από τις αλεπούδες, έτρεπε σε φυγή τα τρωκτικά και προστάτευε το σπίτι και την οικογένεια με το οξύ του προειδοποιητικό γάβγισμα, σχηματίζοντας ιδανικό δίδυμο με τους μεγαλόσωμους σκύλους. «Δηλαδή, αν στον ίδιο χώρο συμβίωναν Κοκόνια με μεγαλόσωμους σκύλους-φύλακες, τα Κοκόνια έδιναν σήμα για να αναλάβουν δράση».

Στο δικό μας σπίτι θα προσαρμοστούν περίφημα, αρκεί να θυμόμαστε πως δεν μοιάζουν με τα άλλα μικρόσωμα. Δεν είναι σκυλάκια αγκαλιάς. Μπορούν να ζήσουν άνετα μέσα στο σπίτι, αλλά και στον κήπο. Έχουν ανάγκη από άσκηση και τρέξιμο, τους αρέσει να μαθαίνουν, αλλά κυρίως έχουν ανάγκη τη συντροφιά μας. Αντιλαμβάνονται τα πάντα, έχουν δηλαδή αίσθηση του τι συμβαίνει και δίνουν σήμα «συναγερμού». Είναι τα πλέον ιδανικά για παιδιά και ηλικιωμένους, καλά σκυλιά για πρωτάρηδες, προσφέρουν την τέλεια συμβίωση. Έξυπνα, στοργικά, πολύ αφοσιωμένα, αποκτούν εύκολα πολύ καλή επαφή με τα άλλα ζώα της οικογένειας, όχι μόνο τους σκύλους. Είναι ζώα με νοημοσύνη, συνεργάσιμα, εκπαιδεύσιμα, μαθαίνουν κόλπα εύκολα και μπορούν να κάνουν ατζίλιτι και άλλα σκυλίσια σπορ. 

Εμφάνιση

Η ιδιαίτερη εμφάνιση της φυλής θυμίζει λίγο σκυλάκια τύπου Σπιτς. Όμως στην πραγματικότητα, όπως μας εξηγεί ο κ. Μακαρίτης, έχουν περισσότερες ομοιότητες με κάποιες φυλές Σπάνιελ. Έχουν γρήγορη και ζωηρή κίνηση. Το σώμα τους είναι μακρύτερο από ό,τι το ύψος τους. Έχουν τριγωνικό κεφάλι με ρύγχος κοντύτερο από το μήκος του κρανίου, πεσμένα αυτιά και χαρακτηριστική «περήφανη» φουντωτή ουρά, που σχηματίζει ημικύκλιο και πέφτει μαλακά στην πλάτη. Το τρίχωμα είναι κοντό στο πρόσωπο και στο μπροστινό μέρος των ποδιών, σχετικά μακρύ στο σώμα και στο λαιμό, και μακρύτερο στην ουρά και στους γλουτούς. Χρωματικά δεν υπάρχει περιορισμός. Μπορούμε να τα βρούμε σε όλα τα χρώματα και συνδυασμούς χρωμάτων. 

Φροντίδα – περιποίηση

Είναι σκυλάκια ανθεκτικά και υγιέστατα, εύκολα, χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις φροντίδας και διατροφής. Δεν είναι φυλή που ζητάει. Δεν έχουν κληρονομικά προβλήματα υγείας και ζουν πολλά χρόνια, ίσως επειδή καλλιεργήθηκαν μέσα από τη φυσική επιλογή και όχι από την ανθρώπινη.

Επειδή η γούνα τους είναι μεταξένια, δεν αφήνουν πολύ τρίχωμα μέσα στο σπίτι. Την περίοδο που αλλάζουν μανδύα (συνήθως μία φορά το χρόνο) αρκεί ένα δίλεπτο – τρίλεπτο βούρτσισμα την ημέρα για να μαζέψουμε τη νεκρή τρίχα στη βούρτσα και να γλιτώσουμε τα χαλιά μας. 

Γιατί να πάρω Κοκόνι;

Αν σκεφτόμαστε να αποκτήσουμε έναν μικρόσωμο σκύλο συντροφιάς, αξίζει, πριν καταλήξουμε σε μια εισαγόμενη φυλή, να τα γνωρίσουμε. Θα τα αγαπήσουμε για το βολικό τους μέγεθος, τον αξιαγάπητο χαρακτήρα, την ευστροφία, την προσαρμοστικότητα και την ικανότητα να «τα βρίσκουν» με τους ανθρώπους και άλλα ζώα.

«Πέρα από το χαρακτήρα τους, που θα σας κερδίσει αναμφισβήτητα αν ζήσετε μαζί τους, είναι και ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Όπως όλες οι παραδοσιακές φυλές, τα Κοκόνια αξίζει να σωθούν, γιατί δημιουργήθηκαν όχι τόσο από την επιλογή του ανθρώπου, αλλά από την επιλογή της φύσης, που πιστεύω ότι είναι πιο σοφή. Καλλιεργήθηκαν μέσα στους αιώνες, προσαρμοσμένα στο κλίμα, στο περιβάλλον και στις ανάγκες κάθε περιοχής. Και τους αξίζει πραγματικά να αποκτήσουν και πάλι τη θέση που είχαν στην ελληνική οικογένεια. Να ξαναγίνουν δημοφιλή στα ελληνικά σπίτια. Γιατί είναι πραγματικά ένα σκυλάκι-θησαυρός». 

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε στη διάσωσή τους

«Η φυλή έχει περιορισμένα άτομα και είναι καλό να αναπτυχθεί σε αριθμούς προκειμένου να σωθεί. Πρέπει να απλωθεί η γενετική βάση, να υπάρχουν περισσότερες γραμμές αίματος, ώστε να παραμείνει υγιής ο πληθυσμός με την αναγνώριση περισσότερων σκύλων και την επιλεκτική αναπαραγωγή τους», μας εξηγεί ο Στέλιος Μακαρίτης. 

Αν πιστεύετε πως έχετε ένα τέτοιο σκυλάκι ή αν γνωρίζετε ένα τέτοιο σκυλάκι (αν δηλαδή ανήκει σε κάποιον φίλο, γνωστό ή συγγενή σας) επικοινωνήστε με τον ΚΟΕ (www.koe.gr, τηλ. 210-81.45.165) για να μάθετε πότε είναι η επόμενη εκδήλωση αναγνώρισης της φυλής. Μπορεί να έχετε κάποιες αμφιβολίες, αλλά αξίζει να πάρετε και μια δεύτερη γνώμη από έναν κριτή. «Μπορεί με αυτόν τον τρόπο να βρεθούν κάποια πολύ ωραία δείγματα της φυλής, άγνωστα και ίσως χαμένα».

Αν ενδιαφέρεστε να αποκτήσετε ένα Κοκόνι μπορείτε να ενημερωθείτε  από τον ΚΟΕ για τις γέννες που έχουν δηλωθεί τους τελευταίους μήνες στα αρχεία του ομίλου.


(...)

  Κλέα Μοριανού


11/10/2014  






This grave stele commemorates Melisto, the daughter of Ktesikrates from the district of Potamos in Attica. The child mortality rate was high in the ancient world, but Melisto’s portrait offers reminders of life as well as death. She is shown as though at play, with a pet dog jumping up to meet her and sniff at the bird she holds in her hand. At a time when more dramatic sculptural models were available, the artist has portrayed Melisto in a subdued manner, referencing in his work Classical art of the fifth century BCE, and avoiding excesses of emotion. Holes drilled next to Melisto’s head suggest that she once wore a bronze wreath, and the whole stele would have been painted in naturalistic colors. The small doll held in her hand may be more than a plaything, and is perhaps a votive object of the type displayed in the case on the left.

http://www.harvardartmuseums.org/collections/object/288045?position=10


Dogs : Ancient Greece (Pinterest)



Τυπικό άτομο της φυλής

Τυπικό αρσενικό άτομο της φυλής





Σπάνιο δείγμα με συρματοειδές τρίχωμα, 
συνόδευε κοπάδι βοοειδών 
στην Θεσσαλία


Μια πανάρχαια ελληνική φυλή

 Η Αλωπεκίς είναι μία αρχαία ελληνική φυλή σκύλου. Η ονομασία της σημαίνει “μικρή Αλεπού” ή “αλεποειδής”. Αναφέρεται στα κείμενα αρχαίων Ελλήνων κλασσικών συγγραφέων (Αριστοτέλης, Ξενοφών, Αριστοφάνης κ.α.) και απεικονίζεται σε πολλά αρχαιολογικά ευρήματα όπως αγγεία, ανάγλυφα, επιτύμβια αναθήματα κλπ. 


Ιστορικά στοιχεία – Καταγωγή 


Η αρχαιότερη απεικόνιση προέρχεται από την μεταπαλαιολιθική/νεολιθική εποχή (3000 π.Χ. Νεολιθική Ελλάδα). Πρόκειται για εγχάρακτο πίθο από την Θεσσαλία που φέρει σκαρίφημα με την χαρακτηριστική σιλουέττα της Αλωπεκίδος και βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας. Το εύρημα αυτό τοποθετεί την φυλή στην ίδια ιστορική περίοδο και γεωγραφική περιοχή με τους Πελασγούς. Πρόκειται για την αρχαιότερη απεικόνιση σκύλου στον ελλαδικό χώρο. Παρόμοιο εύρημα βρέθηκε και στο Ασκηταριό Ραφήνας [1] και χρονολογείται από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (2500-2100 π.Χ.).


Η εξημέρωση του σκύλου στον Ελλαδικό χώρο χρονολογείται, από τα μέχρι στιγμής ευρήματα,  ήδη πριν την Προκεραμική νεολιθική εποχή, δηλαδή επτά χιλιάδες χρόνια προ Χριστού. Οστά σκύλων που είναι παρόμοια με τα ευρήματα των "σκύλων της τύρφης" (επί λέξει από το λατινικό palustris: του έλους) της Κεντρικής Ευρώπης (Canis familiaris palustris, [2]) έχουν βρεθεί στα παλαιότερα στρώματα των νεολιθικών οικισμών στους Σιταγρούς και το Σέσκλο (Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Εποχή του Λίθου). Το γεγονός ότι αυτοί οι ελλαδικοί οικισμοί και τα ευρήματα ειναι κατά πολύ παλαιότεροι των αντίστοιχων κεντροευρωπαϊκών[3]), επιτρέπει την λογική υπόθεση ότι ο πρόγονος των Ευρωπαϊκών Σπιτς πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλαδα. Επομένως η Αλωπεκίς θέτει σοβαρή υποψηφιότητα ως μία από τις αρχαιότερες φυλές, αν όχι ο αρχαιότερος τύπος σκύλου της Ευρώπης.  Κάτι που θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να μελετηθεί εργαστηριακά με σύγκριση DNA από τα νεολιθικά οστά και σημερινούς σκύλους.


Μία άλλη ονομασία που χρησιμοποιούνταν για την φυλή στην αρχαία εποχή ήταν Κυναλώπηξ (οι αρχαίοι πίστευαν ότι οι Αλωπεκίδες προέρχονταν από διασταύρωση σκύλου με αλεπού). Μεταγενέστερες λαϊκές παραδοσιακές τοπικές ονομασίες που έχουν αναφερθεί στη νεότερη εποχή είναι Αλεπουδίτσα, Βενετάκι (Κρήτη), Ζαχαρόσκυλο (Σκιάθος), Μορόπα (Κρήτη), Μπόμπης, Μπουμπούδι (Σέρρες), κ.α. 


Κατάταξη Τύπου 


Κυνολογικά, σύμφωνα με την πλέον ευρείας αποδοχής ταξινόμηση (της Διεθνούς Κυνολογικής Ομοσπονδίας), οι Αλωπεκίδες, βάσει φαινοτύπου, κατατάσσονται στους πρωτόγονους σκύλους: έχουν όρθια αυτιά, σφηνοειδές σχήμα κεφαλής, κανονική οδοντοστοιχία και μεσόμορφη, συμμετρική κατασκευή - σωματότυπο, με ουρά που σχηματίζει τόξο ή ημικύκλιο. Τα τυπικά άτομα δεν εμφανίζουν φαινόμενα νανισμού. Το σώμα τους είναι εύρωστο και τα σκέλη τους δεν είναι οστεοχονδροδυσπλαστικά ούτε εμφανώς επιβραχυμένα (και οι επίκτητες ραιβοποδίες είναι ανεπιθύμητο χαρακτηριστικό). Οι αναλογίες της φυλής υποδεικνύουν ένα μοντέλο προοδευτικής μείωσης μεγέθους μέσω εξέλιξης, προσαρμογής και επιλογής από τον άνθρωπο[4]. Η μορφολογία τους υποδεικνύει ένα φυσικό – αρχαϊκό τύπο σκύλου, προγονικό/αρχετυπικό των μεταγενέστερων κεντροευρωπαϊκών σπιτζ και τεριέ (φωλεοδυτών) μικρού-μεσαίου μεγέθους. Ο σκύλος της Πομερανίας που αναφέρεται ως καταγόμενος από σκύλους της αρχαίας Δαλματίας - Ιλλυρίας και της νήσου Μελίτης (Mljet / Μλιετ) στην Αδριατική[5], η οποία ήταν ελληνική μέχρι τον 12ο αιώνα, είναι κατά πάσα πιθανότητα απόγονος Αλωπεκίδων και Μελιταίων Κυνιδίων. Η κυνηγετική ικανότητα των Αλωπεκίδων είναι επιπλέον ένδειξη συγγένειας με τα μικρόσωμα πρωτόγονα σκυλιά αυτής της κατηγορίας [πέμπτη ομάδα, Σπιτς & Πρωτόγονοι Σκύλοι, υποομάδα έκτη, Πρωτόγονου τύπου, στην κατάταξη της Διεθνούς Κυνολογικής Ομοσπονδίας (Δ.Κ.Ο)], τα οποία καλλιεργήθηκαν σε άλλες μεσογειακές περιοχές μετά την άνθηση των ελληνικών αποικιών (Δεύτερος ελληνικός αποικισμός) στη νότια Ιταλία, την Σικελία, την Μάλτα, την Κυρηναϊκή, την Κορσική, την Ιβηρική Χερσόνησο και τις Βαλεαρίδες νήσους [η ονομασία του μικρόσωμου coniller de menorca ή Ca de conills, που καλλιεργήθηκε στις Βαλεαρίδες, τις οποίες οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν Γυμνήσιες & Πιτυούσες (πευκώδεις) νήσους, προερχόμενη από την ελληνική λέξη κόνικλος (κουνέλι), είναι ενδεικτική], προφανώς και με την συμβολή μεγαλυτέρων σε μέγεθος σκύλων δίωξης σαν τον Κρητικό Λαγωνικό[6], όπως υποδηλώνεται και από την παρουσία στην Κρήτη ενός μικρόσωμου Αλωπεκοειδούς λαγοθήρα-σκύλου γενικής χρησιμότητας που στη νεότερη εποχή ονομάζεται Βενετάκι [7] (πιθανότατα από τον λατινικό όρο venaticus = κυνηγετικός, δεδομένης της Ενετικής κατοχής του νησιού απο το 1212 μέχρι το 1669] και στα αρχαία χρόνια ίσως ταυτιζόταν με το είδος σκύλου που αποκαλούνταν Κυναμολγός κύων [8].  


Κυνολογικά στοιχεία & Συγγένειες 


Οι Αλωπεκίδες αποτελούν ένα τύπο σκύλου που ανάγεται στην προ ειδίκευσης εποχή, αφού συνδυάζουν άριστα την κυνηγετική με την ποιμενική ικανότητα και άλλα πρωτόγονα χαρακτηριστικά διάπλασης και συμπεριφοράς. Η αναφορά του ΚτησίαΠολυδεύκους... ό.π. στις Κυναμολγούς κύνες είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή αφορά σκύλους που συμβίωναν με κοπάδια βοοειδών, θήλαζαν μάλιστα από τις γαλατοτροφούσες αγελάδες και αντιμετώπιζαν ταύρους. Πιθανόν απόγονοι αυτών των σκύλων που μεταφέρθηκαν στην Βόρεια Ευρώπη από τους Έλληνες, τους Ρωμαίους, τους Κέλτες και αργότερα τους Ρομά (σύμφωνα με λαϊκές παραδόσεις) να συντέλεσαν στην μορφοποίηση φυλών όπως τα Ουαλλικά Κόργκι και τα Λάνκασάιρ Χήλερ. Υπάρχουν αναφορές ότι τους προγόνους των τελευταίων μετέφεραν στη Βρεττανία οι Ρομά και Ιρλανδικοί μετακινούμενοι πληθυσμοί από την Μεσόγειο. (Η αναφορά αυτή έξηγεί πιθανόν και την μεγάλη ομοιότητα μεταξύ των Ιρλαδικών Ιχνηλατών Kerry Beagle, οι οποίοι στην παράδοση αναφέρεται αόριστα ότι έχουν νότια καταγωγή, με τους Ελληνικούς Ιχνηλάτες). Το γεγονός ότι αυτές οι μικρόσωμες βρεττανικές ποιμενικές φυλές είναι οι μόνες, εκτός των Αλωπεκίδων, σημερινές μικρόσωμες φυλές σκύλου στην Ευρώπη, που ειδικεύονται στην συνοδεία και καθοδήγηση βοοειδών (οι ποιμενικοί βοοειδών είναι στην συντριπτική πλειοψηφία τους μεγαλόσωμοι σκύλοι μολοσσοειδούς τύπου), είναι αξιοσημείωτο και ίσως αποτελεί ακόμα μία ένδειξη, επιπλέον των κάποιων παρόμοιων φαινοτυπικών χαρακτηριστικών, μακρινής συγγένειας και κοινής μεταξύ τους, αρχαίας γενετικής προσαρμογής του ποιμενικού ενστίκτου, πού πιθανόν ξεκίνησε στην ανατολική Κρήτη (όπου υπήρχαν ελώδεις βιότοποι κατάλληλοι για την ανάπτυξη του νεροβούβαλου), δεδομένης της ιδιαίτερης λατρευτικής σημασίας του βοός στην αρχαία ιστορία του νησιού. Η αναφορά του Κτησία δημιουργεί το εύλογο ερώτημα αν συμπεριλαμβάνονταν, τρόπον τινά, και τέτοιοι σκύλοι στα Ταυροκαθάψια ή στις προπονήσεις που προηγούνταν, για τον έλεγχο ταύρων που ίσως παρουσίαζαν ιδιαίτερη επιθετικότητα κατά την διάρκεια των αγωνισμάτων. (Ο συσχετισμός αυτός τονίζει ακόμα περισσότερο την πιθανότατη γενετική αλληλεπίδραση μεταξύ Αλωπεκίδων και Κρητικών Λαγωνικών στα αρχαία χρόνια). Σύμφωνα με μια πολύ ενδιαφέρουσα αναφορά που κατέγραψε η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας και Διάσωσης των Αυτοχθόνων Φυλών (Αγροτικών και Οικόσιτων) Κατοικιδίων Ζώων «Αμάλθεια», υπάρχει ή υπήρχε μέχρι πολύ πρόσφατα ένας πληθυσμός Αλωπεκίδων που συνόδευε κοπάδια νεροβούβαλων στη Β. Ελλάδα. Μία απο τις περιοχές όπου ακόμη συγκατοικούν πληθυσμοί Αλωπεκίδων και ελληνικών νεροβούβαλων απο την αρχαία εποχή (οι βούβαλοι μεταφέθηκαν στην Ελλάδα από την Ασία την εποχή των Περσικών Πολέμων, τον 5ο αι. π.Χ.[9] είναι οι Σέρρες. Συνεχίζεται δε μέχρι τις μέρες μας η παρουσία της φυλής σε κοπάδια βοοειδών αλλά και αιγοπροβάτων σε διάφορες άλλες περιοχές της Ελλάδας.


Παραδοσιακός Ρόλος & Ιδιότητες 


Πληθυσμοί Αλωπεκίδων υπήρχαν μέχρι πρόσφατα σε όλη την Ελλάδα και μία ακόμα από τις παραδοσιακές τους χρήσεις ήταν η εξόντωση επιβλαβών τρωκτικών όπως αρουραίων και ποντικών, καθώς και η προστασία οικόσιτων πουλερικών από αλεπούδες και κουνάβια. Με το μικρό τους μέγεθος οι Αλωπεκίδες άνετα φωλιάζουν μαζί τις κότες και τις πάπιες στο κοτέτσι της αυλής και συνεργάζονται άριστα επίσης με τα πιο μεγαλόσωμα τσοπανόσκυλα στο αγρόκτημα και στο μαντρί. Η φυλή είναι εξαιρετικός φύλακας με ιδιαίτερη γενναιότητα και δύναμη παρά το μικρό της μέγεθος. Πριν να αρχίσει η μαζική εισαγωγή ξένων φυλών στην Ελλάδα, στα τέλη της δεκαετίας του '70 – αρχές της δεκαετίας του '80, οι μικρόσωμες φυλές που επικρατούσαν στις αστικές και τις αγροτικές περιοχές ήταν οι Αλωπεκίδες και τα Μελιταία Κυνίδια [10] ή Κοκόνια[11]. 


Η Αλωπεκίδα σήμερα 


Προβλήματα 


Αυτή η χαρισματική, πολυτάλαντη και αξιοθαύμαστη φυλή με την αρχαιότατη ιστορία, που αποτελεί ζωντανό κυνολογικό μνημείο εξέλιξης των ευρωπαϊκών φυλών και πολύτιμη πολιτιστική κληρονομιά, εκπροσωπεί ένα πολύ ιδιαίτερο πληθυσμό σκύλων με αξιοσημείωτη υγεία και ξεχωριστή γενετική σύσταση. Στη σύγχρονη εποχή όμως, η έλλειψη, μέχρι σχετικά πρόσφατα, Κυνολογικού οργανισμού καταγραφής των αυτόχθονων φυλών της Ελλάδας, η αδιαφορία των θεσμών, η αστυφιλία και η μείωση  της γεωργίας και κτηνοτροφίας, η αθρόα εισαγωγή ξένων μικρόσωμων φυλών και η επακόλουθη μιγαδοποίηση των εντόπιων, αλλά και η μετατόπιση των προτιμήσεων του κοινού σε ξένες φυλές συντροφιάς, τα γεωργικά δηλητήρια, οι “φόλες”, τα γεωργικά ατυχήματα, ίσως σε κάποιο βαθμό η επιδημική εξάπλωση της λεϊσμανίασης (αν και δεν έχουμε στοιχεία για ευπάθεια των Αλωπεκίδων στη νόσο, οι ημιδεσποζόμενοι / αγροτικοί πληθυσμοί σκύλων που ζουν στο ύπαιθρο εκτίθενται περισσότερο σε αυτήν), η ραγδαία αύξηση των αδέσποτων  και η επακόλουθη εκστρατεία στειρώσεων χωρίς διάκριση, σε συνδυασμό με τον φυσικά μικρό αριθμό κουταβιών ανά γέννα, λόγω μεγέθους του σκύλου, το γεγονός ότι οι θηλυκές Αλωπεκίδες έμφανίζουν οίστρο μόνο μια φορά το χρόνο, καθώς και η παραδοσιακή συνήθεια κάποιων κτηνοτρόφων να μην παρέχουν κτηνιατρική φροντίδα και εμβολιασμούς στους σκύλους τους, και τέλος η χαμηλή πυκνότητα του πληθυσμού σε εκτεταμένες αγροτικές περιοχές, με αποτέλεσμα την έλλειψη διαθέσιμων συντρόφων για αναπαραγωγή ή την μιγαδοποίηση με οποιοδήποτε διαθέσιμο σκύλο άλλης φυλής ή ημίαιμο, είναι τα αίτια που απειλούν την επιβίωση των Αλωπεκίδων. Μια ομάδα επιστημόνων (κτηνιάτρων) με επικεφαλής τον δόκτορα Σπύρο Χλειουνάκη παρακολουθεί και καταγράφει την παρουσία της φυλής σε μια συγκεκριμένη περιοχή της Β. Ελλάδας απο το 2005. Με την ανακοίνωση της μελέτης τους τον Φεβρουάριο του 2013 έκρουσαν τον κώδωνα του κινδύνου για τον κίνδυνο εξάλειψης που απειλεί τις τελευταίες γνήσιες Αλωπεκίδες οι οποίες έχουν απομείνει στην ελληνική ύπαιθρο. 


Προσπάθεια ανασυγκρότησης 


Συγχρόνως, μία μικρά ομάδα κυνοφίλων η οποία παρακολουθεί τις ελληνικές μικρόσωμες φυλές σκύλων από την δεκατία του '70-'80 και κατόρθωσε, το 2004, να αναγνωριστεί από τον Κυνολογικό Όμιλο Ελλάδος η πρώτη από αυτές ως Κοκόνι [1], σε συνεργασία με την Αμάλθεια [2], προσπαθεί να ευαισθητοποίησει και να ενημερώσει το κοινό για τη ύπαρξη των Αλωπεκίδων και για τους κινδύνους που τις απειλούν. Τα αμέσως επόμενα χρόνια θα είναι κρίσιμα για την επιβίωση αυτής της ιστορικής φυλής σκύλου.



  Φυσικά Χαρακτηριστικά 

Τρίχωμα 

Η φυλή συναντάται σε τρεις τύπους μανδύα (όλοι απαραιτήτως με υπομανδύα): α) κοντό, σκληρό και λείο τρίχωμα, β) ημίμακρο, φουντωτό, τραχύ τρίχωμα και γ) ημίμακρο, σκληρό, συρματοειδές τρίχωμα. Το τρίχωμα ποτέ δεν πρέπει να είναι λεπτό, αραιό, μαλακό και μεταξένιο, ούτε να λείπει ο προστατευτικός – μονωτικός υπομανδύας, γιατί πρόκειται για μια εύρωστη μικρόσωμη φυλή γενικής χρησιμότητας που πρέπει να είναι ικανή να διαβιώνει και στο ύπαιθρο χωρίς πρόβλημα. O μανδύας είναι εύκολος στην περιποίηση και η υφή & ποιότητα του τριχώματος βοηθά να διατηρείται καθαρό. Οι Αλωπεκίδες είναι πολύ καθαρές από τη φύση τους και καθαρίζουν τον εαυτό τους συχνά με επιμέλεια. Η φυλή δεν φαίνεται να προσελκύει τα εξωπαράσιτα τόσο πολύ όσο άλλες φυλές σκύλων.


Χρώμα


Όλα τα χρώματα και συνδυασμοί χρωμάτων είναι αποδεκτά εκτός από την απουσία χρωστικής (αλμπίνο). Τα πιο συχνά χρώματα είναι το άσπρο, το μαύρο, το καφέ και το δίχρωμο (ασπρόμαυρο, άσπρο με μαύρα ή καστανά μπαλώματα, μαύρο με άσπρα σημάδια, καστανό με πύρινα σημάδια) και λιγότερο συχνά το υπόλευκο, το υποκίτρινο και άλλα χρώματα.


Διαστάσεις 


Το μέγεθος κυμαίνεται από 20 μέχρι 30 εκ. ύψος στο ακρώμιο και βάρος από 3μισυ έως 7μισυ κιλά.  


Χαρακτήρας & Ικανότητες 


Η Αλωπεκίς σαν σκύλος του σπιτιού είναι συντροφικός, πολύ συνεργάσιμος, πιστός και αφοσιωμένος, υπάκουος και ζωηρός, άγρυπνος και δραστήριος σκύλος, χωρίς να είναι νευρικός. Έχει αυτοπεποίθηση και είναι εξωστρεφής, φιλικός, κοινωνικός, χαρούμενος. Προστατευτικός και στοργικός με τα άλλα ζώα του χώρου του, αμείλικτος εχθρός των επιβλαβών, εργατικός, εξαιρετικά εκπαιδεύσιμος, με έντονο κυνηγετικό ένστικτο ([3]) και διάθεση για παιχνίδι. 

Έχουν επίσης πολύ καλή συμπεριφορά με τα παιδιά. Σε καθήκοντα σκύλου φύλακα και γενικής χρησιμότητας είναι εργατικός, θαρραλέος, πάντοτε έτοιμος για δράση, οξύνους, εναργής, άφοβος, ικανός να καλύπτει μεγάλες αποστάσεις ακούραστα, ταχύς, εύστροφος, προσαρμόσιμος, θετικός, αθλητικότατος και με αστραπιαίες αντιδράσεις. Στο αγρόκτημα ή στην πόλη είναι ένας πολλαπλά χρήσιμος φίλος και συνεργάτης του ανθρώπου που ταιριάζει σε οποιοδήποτε περιβάλλον, αστικό ή υπαίθριο και γίνεται απολαυστικός σύντροφος για όλες τις ηλικίες και τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής των ανθρώπων.


Υγεία & Διάρκεια Ζωής 

Οι Αλωπεκίδες, σε αντίθεση με άλλες, σύγχρονες, φυλές, έρχονται σε οίστρο μία φορά το χρόνο και γεννούν 3 έως 4, συνήθως, το πολύ μεχρι 5 μικρά. 

Η φυλή έχει εξαιρετική υγεία και ζωτικότητα, χωρίς γνωστές ευπάθειες. 

Αντιθέτως είναι εύρωστα σκυλάκια, μετριοπαθή στις απαιτήσεις τους, χωρίς να είναι ιδιότροπα ή μίζερα στο φαγητό. Η προσδόκιμη διάρκεια ζωής τους είναι γύρω στα 12-15 χρόνια ή και περισσότερο. Κληρονομικές παθήσεις δεν έχουν αναφερθεί. 


Αναγνώριση 


Η φυλή δεν ειναι ακόμη αναγνωρισμένη από κανένα Κυνολογικό Οργανισμό σε Εθνικό ή Διεθνές επίπεδο


(Διαβάστε περισσότερα ΕΔΩ: https://el.wikipedia.org - Αλωπεκίς)


16/1/2017

1 Ιανουαρίου 2017

Γυναικόκαστρο...

  '' Το κάστρο εξασκεί μυστηριώδη γοητεία επί της ψυχής του ανθρώπου. Ξεσηκώνει τη φαντασία μας σε ιλιγγιώδη ύψη και την οπλίζει για τα μακρινά ταξίδια στις μεγάλες αποφάσεις.
‘Όταν ατενίζουμε το κάστρο αθελά μας βγάζουμε μια κραυγή σαν ηχώ πολέμου που μοιάζει σαν η ίδια μας η ψυχή συνταράχτηκε σύσσωμη και κινητοποίησε οτιδήποτε ευγενικό και μεγαλειώδες έχουμε μέσα μας.
Όπως η ποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάλυση ενός καημού ή μια χαρά τραγουδημένη με λόγια, έτσι και η άναρθρη αυτή φωνή είναι μια ολόκληρη ποίηση, η έξαρση της ψυχής μας, η κινητοποίηση του εσωτερικού μας κόσμου.
Οτιδήποτε βλέπουμε στον κόσμο, το έχουμε και εμείς μέσα στην ψυχή μας. Βουνά, θάλασσες, λαγκάδια, δάση, αλλά έχουμε και το ΚΑΣΤΡΟ ΜΑΣ. Και μέσα σε αυτό φυλάμε, την τιμή μας, τα ιδανικά μας, τις αγάπες μας και τα μυστικά μας.
Γι’ αυτό όταν ατενίζουμε ένα κάστρο, τον εαυτό μας βλέπουμε, το μέσα μας θωρούμε.''







Με ''click'' επί των εικόνων επέρχεται μεγέθυνση 
και 
 προβολή τους σε πλήρη οθόνη.






































26 Δεκεμβρίου 2016
Ανάβαση στο Γυναικόκαστρο.


Το φρούριο του Γυναικόκαστρου είναι ένα από τα σημαντικότερα Βυζαντινά οχυρωματικά έργα της παλαιολόγειας περιόδου.

Βρίσκεται σε ύψωμα της πεδιάδας της κεντρικής Μακεδονίας πάνω από το χωριό Παλαιό Γυναικόκαστρο, κοντά στο Κιλκίς και έχει αξιοσημείωτη ιστορία.

Το Όνομα του Κάστρου

Η ονομασία του, "Γυναικόκαστρο", υποδήλωνε πως ήταν τόσο ισχυρό, ώστε ήταν αρκετή μια γυναικεία φρουρά για την υπεράσπισή του. Ή ίσως το όνομα να έχει να κάνει με το θρύλο που αφορά την πτώση του και το "μύθο της Μαρουλίας".

Ιστορία

Το κάστρο χτίστηκε από τον Ανδρόνικο Γ' τον Παλαιολόγο, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του (1328-1341), με πιθανότερη χρονολογία το 1334 ,μετά τον επανακαθορισμό των βυζαντινο-σερβικών συνόρων νοτιότερα.

Η ίδρυσή του αφενός εξυπηρετούσε την ανάσχεση του από Βορράν κινδύνου -κυρίως των ανερχόμενων δυναμικά Σέρβων- και την προστασία της Θεσσαλονίκης. Αφετέρου χρησίμευε ως τόπος συγκέντρωσης και προστασίας της σοδειάς της μακεδονικής πεδιάδας.

Η ιστορία του φρουρίου υπήρξε σύντομη αλλά πολυτάραχη.

Με το θάνατο του κτίτορά του, Ανδρονίκου, ξέσπασε εμφύλιος μεταξύ του Ιωάννη Ε' Παλαιολόγου και του Ιωάννη Καντακουζηνού.

Στο μεταξύ, ο καλοκαίρι του 1342 εκδηλώνεται το κίνημα των Ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη - ο λαός με επικεφαλής τους Ζηλωτές εξεγείρεται εναντίον των αριστοκρατών. Ο διοικητής της πόλης τότε, ο προσκείμενος στον Καντακουζηνό έπαρχος Θεόδωρος Συναδηνός εξέρχεται από τη Θεσσαλονίκη συνοδευόμενος από πλήθος αριστοκρατικών οικογενειών. Περίπου 1000 άτομα συνολικά, προκειμένου να γλιτώσουν από την οργή του πλήθους θα βρουν καταφύγιο στο Γυναικόκαστρο. Στο κάστρο την ίδια χρονιά καταφθάνει ο ίδιος ο Καντακουζηνός με τους δύο γιους του, Μανουήλ και Ματθαίο και το στράτευμά του, που αποτελείται κυρίως από Καταλανούς μισθοφόρους υπό τον Χουάν Περάλτα. Τέλη του καλοκαιριού κλείστηκε συμφωνία μεταξύ των Σέρβων του Στέφανου Δουσάν και του Καντακουζηνού, ο οποίος όμως δε θα καταφέρει να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη παρά τη σερβική συνδρομή. Εγκατέλειψε τότε το Γυναικόκαστρο προκειμένου να αποφύγει την ήττα και την αιχμαλωσία, καθώς ο μέγας δούκας Αλέξιος Απόκαυκος εξέρχεται με στράτευμα από την πόλη και καταλαμβάνει το κάστρο (1343).

Το επόμενο διάστημα, και σίγουρα πριν το 1350, το Γυναικόκαστρο περιέρχεται στους Σέρβους, καθώς τα στρατεύματα του Στέφανου Δουσάν προελαύνουν νότια για να σταματήσουν μόνο φθάνοντας στον Κορινθιακό κόλπο. Διοικητής του κάστρου ορίζεται κάποιος με το όνομα Βέλκος, επικεφαλής ισχυρής φρουράς (1350).

Μετά την ήττα των Σέρβων από τους Τούρκους στον Έβρο ποταμό (1371), ο δεσπότης Θεσσαλονίκης και μετέπειτα αυτοκράτωρ, Μανουήλ Παλαιολόγος ανακαταλαμβάνει το φρούριο για λογαριασμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Το κάστρο έπεσε στα χέρια των Τούρκων το φθινόπωρο του 1383, μετά από πολιορκία από τον Εβρενός Γαζή και παρά την ισχυρή αντίσταση των υπερασπιστών του. Το 15ο αιώνα το Γυναικόκαστρο, ή Αβρέτ Χισάρ πλέον, ανήκει σε εξισλαμισμένο Ρωμιό προνοιάριο/σπαχή, ενώ το 17ο αιώνα το φρούριο έχει ήδη εγκαταλειφθεί.


Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Το κάστρο καταλαμβάνει την κορυφή ενός φυσικά οχυρού λόφου, ύψους 106μ., ο οποίος με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα, είχε κατοικηθεί ήδη από τα προχριστιανικά χρόνια.

Ο εξωτερικός περίβολος του κάστρου έχει συνολικό μήκος 614μ. και περικλείει έκταση με εμβαδόν περίπου 25 στρέμματα. 
Ενισχύεται κατά διαστήματα με ορθογώνιους και ημικυκλικούς πύργους, ενώ μεγάλο τμήμα του στη βόρεια και δυτική πλευρά είναι σήμερα κατεστραμμένο.

Στη βορειοανατολική πλευρά του κάστρου βρίσκεται η ακρόπολη, με συνολική έκταση 2 στρεμμάτων, η οποία προστατεύεται από ξεχωριστή τετράπλευρη οχύρωση. Στη κορυφή της δεσπόζει διώροφος τετράγωνος πύργος διαστάσεων 13μ. επί 9μ. που είναι το καλύτερο σωζόμενο και το πιο διακριτό σημείο όλου του κάστρου.

Η είσοδος στο κάστρο γινόταν από δύο πύλες, την κύρια πύλη στην νοτιοανατολική πλευρά και τη δευτερεύουσα πύλη στη ΒΑ γωνία του περιβόλου. Η κύρια πύλη που προστατευόταν από δύο προμαχώνες εκατέρωθεν έχει καταστραφεί σχεδόν ολοσχερώς.

Κατά τις ανασκαφικές εργασίες που έγιναν το διάστημα 1984-1993 αποσαφηνίστηκε η περίμετρος του περιβόλου, αποκαλύφθηκε η κυρία πύλη και εντοπίστηκαν κτίρια στο εσωτερικό. Παράλληλα έγιναν αναστηλωτικές εργασίες στον κεντρικό πύργο της ακρόπολης.
Την περίοδο 2007-2008, με χρηματοδότηση του Γ’ ΚΠΣ διενεργήθηκαν εκτεταμένες εργασίες σωστικού χαρακτήρα που συν τοις άλλοις είχαν σκοπό και τη βελτίωση της επισκεψιμότητας του κάστρου.

Σώζονται τμήματα του οχυρωματικού περιβόλου και του τείχους της Ακροπόλεως με ημικυκλικούς και ορθογώνιους πύργους και προμαχώνες σε κακή κατάσταση.
Αντιθέτως σχετικά καλά διατηρείται ο διώροφος κεντρικός πύργος της Ακροπόλεως, με δίδυμες κινστέρνες στο υπόγειό του.
Ακόμη, σώζονται οι θέσεις των δύο πυλών, μιας κεντρικής στα ΝΑ και μιας μικρότερης επικουρικής στην Ακρόπολη.
Τέλος, τμήματα άλλων κτισμάτων, όπως τα θεμέλια ορθογώνιου κτίσματος και πηγάδι.

Στην καταστροφή των οχυρώσεων, εκτός από τη μακροχρόνια εγκατάλειψη, συνέβαλλε η εκτεταμένη λιθολόγηση από τους κατοίκους του Παλαιού Γυναικόκαστρου. Κατά την εγκατάστασή τους στην περιοχή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή (1923) οι πρόσφυγες χρησιμοποίησαν το κάστρο ως κύρια πηγή οικοδομικού υλικού για την ανέγερση του νέου οικισμού.

Θρύλοι και Παραδόσεις

Σχετικά με την άλωση του Γυναικόκαστρου, διασώθηκε ένας μύθος - ο μύθος της Μαρουλίας. Την προφορική παράδοση διέσωσε ο Οθωμανός συγγραφέας Hadji Kalfa.(αρχές 17ου αιώνα).

Σύμφωνα με την παράδοση, διοικητής του φρουρίου όταν κατέφθασαν τα τουρκικά στρατεύματα του Εβρενός Γαζή, ήταν μια γυναίκα με το όνομα Μαρουλία.

Η γυναίκα αυτή, χήρα του προηγούμενου διοικητή, οργάνωσε την άμυνα, καθοδήγησε τους στρατιώτες και πολέμησε και η ίδια ηρωικά υπερασπιζόμενη το κάστρο. Η αντίσταση της Μαρουλίας κράτησε αρκετούς μήνες πριν το κάστρο παραδοθεί.

Είναι σχεδόν βέβαιο πως στο όνομα της "Μαρουλίας", διατηρείται η ανάμνηση της ηρωικής αντίστασης ενός ιστορικού προσώπου, της Μαρούλας της Λήμνου, η οποία υπερασπίστηκε το νησί της κατά την τουρκική εισβολή (1477/8). Αυτή η ιστορία ηρωισμού κέντρισε τη δημιουργική φαντασία σε διάφορους τόπους του ελληνικού χώρου με ερείπια κάστρων, ώστε να πλαστούν ανάλογοι μύθοι, παρόμοιοι με την αρχετυπική αφήγηση του κάστρου της Ωριάς.

Πιθανότατα, το όνομα του φρουρίου (Γυναικόκαστρο) βοήθησε την φαντασία των ντόπιων στην ταύτιση του κάστρου με αυτήν την παράδοση της μαχόμενης γυναίκας.

ΠΗΓΗ:


1.

 2.

3.

 4.
 5.
6.
7.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ  -  ΠΗΓΕΣ



Οι φωτογραφίες 1,2,3,4,5,6 βρίσκονται στον ιστόστοπο
 '' ΨΗΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ''