16 Αυγούστου 2015

Το σπίτι μου ...




Και πάλι στο σπίτι που μεγάλωσες. Δεν είναι προσκυνητική επιστροφή. Είναι μια αέναη επανάληψη της ματαιότητας να νομίζεις ότι επιστρέφεις στο ίδιο καθεστώς, ενώ το πράγμα είναι εντελώς διαφορετικό: επιστρέφεις στη λυπημένη ωραιότητα της αλλαγής που κυρίως πιστοποιείται από την τελεσίδικη απουσία των ανιόντων. Κι αυτό δεν σταματάει. Ολοένα αλλάζει καθώς κι εσύ ολοένα μεγαλώνεις και αλλάζεις και απουσιάζεις από τον έφηβο (τον ορμητικό εκ του ρήματος ηβάσκω) εαυτό σου που μεγάλωνε σ' αυτό το σπίτι που είναι το ίδιο επειδή ακριβώς δεν είναι πια το ίδιο, όμως ξέρει τον τρόπο να συμβαδίζει με τις δικές σου αλλαγές. Όπως ακριβώς και η γενέθλια πόλη που σε ακολουθεί και κάθε φορά που επιστρέφεις σε συμπεραίνει και με μια ανείπωτα σταθερή τρυφερότητα σου παραθέτει αυτά τα συμπεράσματα της απουσίας σου και της απουσίας της. Έτσι είναι το σωστό. Αλλιώς δεν θα την αγαπούσες. Ούτε κι αυτή θα σε αγαπούσε. Θα ήταν μια ανοίκεια πατρίδα, ενώ τώρα είναι ένας οικείος γενέθλιος τόπος. Ίσως και πιο ξεκάθαρος απ' ό,τι πριν. Τώρα, ύστερα από τόσες δεκαετίες εξακολουθητικής μνημικής υπόστασης, που η νοσταλγία απομακρύνεται και σβήνει μέσα στη θύμηση. Τώρα που όλο και περισσότερο θυμάσαι, τώρα που όλο και περισσότερο νοσταλγείς. Άλλωστε, η νοσταλγία είναι πιο πολύ της χειρονομίας σε πρόσωπα που υπάρχουν. Η θύμηση είναι όμως η μεγάλη αγκαλιά σε ό,τι δεν υπάρχει πια και που βαθιά το ξέρεις ότι δεν γίνεται να το αγαπάς, αφού δεν γίνεται να αγαπάς κάτι που δεν υπάρχει. Και είναι αυτό μια καινούργια εκδοχή της αγάπης σου προς ό,τι απέμεινε και προς ό,τι καινούργιο ήρθε. Τα παιδιά σου, τα παιδιά των φίλων σου, οι έρωτές τους, οι αγκαλιές τους. Αυτές οι μυρωδικές αγκαλιές των παιδιών μας που τις άφησες να μυρίζουν γάλα και τώρα τις βρίσκεις να μυρίζουν φιλί και καμένο φως από την ανυπομονησία τους για το μέλλον.

Ναι. Η πόλη είναι πάντα εδώ. Κι εσύ είσαι εδώ. Το σπίτι είναι κι αυτό εδώ. Οικείο διά της απουσίας, γεμάτο από εκείνα που δεν αντικαθίστανται. Και ποια είναι εκείνα που δεν αντικαθίστανται; Εκείνα τα πράγματα που κουβαλούνε μια μνήμη απώτατων ορίων. Όπως, ας πούμε, το άγγιγμα ενός σταματημένου, από χρόνια, εκκρεμούς. Τώρα, αυτή τη στιγμή που γράφω και που δεν υπάρχει άλλος κανείς μέσα στο σπίτι παρά μονάχα οι απόντες του, τώρα λοιπόν, αν σταματήσεις λίγο, θα ακούσεις τον ήχο του. Στρατιές ολόκληρες πραγματικότητας πέρασαν κι όμως ο ήχος του ακόμη υπάρχει. Ξέρω πως αν βάλω το χέρι μου πάνω από το εκκρεμές, θα βρω το κλειδί κουρδίσματος. Για όλους άχρηστο. Όχι για μένα. Είναι ένα ρολόι που σου έμαθε τον καιρό με τις δύο διαστάσεις του και τώρα σου μαθαίνει τον χρόνο με τις τρεις λέαινες διαστάσεις: παρελθόν, παρόν και μέλλον. Στο ίδιο ρολόι είχε μάθει τον καιρό και τον σκληρότατο χρόνο και η μητέρα που δεν υπάρχει πια. Έπαψε ο καιρός της, τελείωσε ο χρόνος της. Όπως δεν υπάρχει και ο πατέρας που κούρδιζε το ρολόι σαν να χόρδιζε τον καιρό. Και όταν χαλούσε -και χαλούσε όλο και πιο συχνά-, ήταν ο πατέρας που το επιδιόρθωνε χωρίς ποτέ να μπορέσει να επιδιορθώσει τον καιρό που ολοένα χαλούσε κι έφτανε σακατεμένος στον χρόνο. Γρανάζια και ελατήρια. Τόσο απλά. Κι όμως μέσα σ' αυτά τα μικρά ελάσματα, μέσα σ' αυτά τα μικρά δόντια κομματιάστηκαν τόσες ζωές. Τώρα το ρολόι είναι σταματημένο. Η ώρα που δείχνει είναι μία και πέντε λεπτά. Βράδυ είναι; Μεσημέρι είναι; Πού να ξέρεις. Και γιατί να ξέρεις; Μέσα στο ρολόι η ώρα είναι για πάντα μια και πέντε λεπτά. Βλέπεις, ο καιρός δεν επιδιορθώνεται όταν γίνεται χρόνος. Γι' αυτό λέω ότι πρέπει να προσέχουμε τέτοιες μέρες τον καιρό. Τώρα που ακόμα τα ρολόγια δεν έχουν παγώσει. Τώρα να τα χορδίζουμε σωστά, γιατί αλλιώς θα απομείνουμε με την ακινησία μιας ώρας που δεν θα ξέρουμε αργότερα αν ήταν βράδυ ή μεσημέρι (και δεν θα έχει καμιά σημασία να ξέρουμε) όταν συνέβη. Τέλος πάντων...

Ακριβώς όμως επειδή δεν έχει συμβεί το τέλος των πάντων, παρ' όλα όσα έχουν τελειώσει για πάντα, αξίζει να βρίσκεσαι και πάλι εδώ για να θυμάσαι ότι η προσπάθεια δεν σταματάει. Ακόμα κι αυτό το ίδιο σπίτι κουβαλάει το προηγούμενο, το σπίτι όπου γεννήθηκες. Κι εκείνο με τη σειρά του παρουσιάζεται διαρκώς ως αέναη απουσία μιας πατρίδας που χάθηκε μέσα σε απίστευτη οδύνη. Μια απουσία που ξεκίνησε από την προσφυγιά και εξαχνώθηκε στις φυλακές και τις εξορίες. Και που επιστρέφει ως παρουσία διαρκώς διαφορετική, διότι από καιρό σε χρόνο έγινε μια θεμέλια (όχι θεμελιώδης) απουσία. Θεμέλια λύπη και θεμέλια μνήμη χτισμένη με υλικά από τα ιερά ερείπια της νοσταλγίας μας. Έτσι είναι χτισμένο κι αυτό το σπίτι. Οπότε, τώρα που όλοι λείπουν, τι ψαύεις; Την πορσελάνινη θερμάστρα ή τη μεταφορά της από την Κωνσταντινούπολη; Αναπάντητο. Και πρέπει να μείνει αναπάντητο. Για να μη γίνει η αφή έκφραση τυφλότητας. Απέξω σιγά-σιγά σου κλείνουν τη θάλασσα με άθλιες κατασκευές τυφλότητας. Με κατασκευές μιας άθλιας μοναξιάς. Η πόλη αλλάζει. Το σπίτι γίνεται μοναχικό. Ένα μοναχικό κέλυφος που μπορεί όμως να χωρέσει ολόκληρο τον κόσμο. Σαν το μεγάλο κειμήλιο καθρέφτη του λαβομάνου που όλα τα περιέχει. Για πάντα. Επειδή είδε τα πάντα. Ο καθρέφτης του λαβομάνου περιέχει το σπίτι. Όχι το σχήμα του κελύφους, αλλά το κενό που περιέχει το κέλυφος. Αυτό είναι το κύριο γεγονός: το κενό. Το κενό εδάφους εννοώ. Εκεί όπου χάνει απότομα ύψος ο καιρός και προσκρούει στην πραγματικότητα. Αν δεν προσέξεις.

Πηγή

* * 

" Η πόλη αλλάζει. Το σπίτι γίνεται μοναχικό. Ένα μοναχικό κέλυφος που μπορεί όμως να χωρέσει ολόκληρο τον κόσμο. Σαν το μεγάλο κειμήλιο καθρέφτη του λαβομάνου που όλα τα περιέχει. Για πάντα. Επειδή είδε τα πάντα. "