Λοιπόν,




* * *
Κι από τις τόσες φορές οπού ξαγρύπνησε,



σιμά στο κηροπήγιο,
καρτερώντας τα χαράματα ,
μια πυράδα παράξενη του ‘χε αρπάξει τα σωθικά. 
* * *
Λίγο πιο κάτω από το δέρμα,



η κυανωπή γραμμή του ορίζοντα έντονα χρωματισμένη.
* * *
Οι φωνές των πουλιών, που ‘χε σ’ ώρες μεγάλης μοναξιάς αποστηθίσει,
φαίνεται να ξεχύθηκαν όλες μαζί,

τόσο που δεν εστάθη βολετό
να προχωρήσει σε μεγάλο βάθος το μαχαίρι.
* * *
Μάλλον η πρόθεση άρκεσε για το Κακό
Που τ’ αντίκρυσε –είναι φανερό- στη στάση την τρομαχτική του αθώου
* * *
Ανοιχτά, περήφανα τα μάτια του,


κι όλο το δάσος να σαλεύει ακόμη πάνω στον ακηλίδωτον αμφιβληστροειδή.* * *
Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη.
Στον εγκέφαλο τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού καταστραμμένη.
* * *
Και μονάχα στην κόγχη από τ’ αριστερό του αυτί, λίγη, λεπτή,ψιλούτσικη άμμο,
Οπού σημαίνει ότι πολλές φορές είχε βαδίσει πλάι στη θάλασσα, κατάμονος, με το μαράζι του έρωτα και τη βοή του ανέμου.
* * *Όσο γι’ αυτά τα ψήγματα φωτιάς στην ήβη,

δείχνουν




ότι στ’ αλήθεια πήγαινε ώρες πολλές μπροστά


κάθε φορά οπού έσμιγε γυναίκα.
* * *
Θα ‘χουμε πρώιμους καρπούς εφέτος.





(Οδυσσέας Ελύτης)




















